αὐροφόρητος

αὐροφόρητος, ον,
A wind-borne, Sch.Ar.Ra.1485.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυροφόρητος — αὐροφόρητος, ον (Α) αυτός που τον φέρνει η αύρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αύρα + φορητός < φορώ ( έω) < φέρω] …   Dictionary of Greek

  • αὐροφορήτους — αὐροφόρητος wind borne masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.